Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Όνειρο ήτανε...(3)

Ζορίζω τον εαυτό μου καθώς του απαγορεύω σιγανά να μην σου στείλει για να συνεχίσει την κουβέντα. 


"Εγώ φεύγω, θα τα πούμε", μου λες.

Για μερικά δευτερόλεπτα νιώθω ένα βάρος στο στήθος και μετανιώνω που τελικά δεν προσπάθησα να συνεχίσω την κουβέντα.



"Καλά, θα τα πούμε. Φιλιά", σου απαντάω.
"Φιλιά πολλά", μου λες και βγαίνεις.


Κάθομαι και κοιτάω το όνομα σου στις επαφές για κάποια δευτερόλεπτα, πριν αποφασίσω να βγω και εγώ από το ΜΣΝ και να κάτσω στην καρέκλα μου όμορφα και ήρεμα για να χαλαρώσω. Βάζω το ραδιόφωνο για να χαμηλώσω την ένταση των σκέψεών μου. Γιατί μου έστειλες τώρα; Μετά από τόσο καιρό; Όσο κι αν ήθελα σαν τρελή να μιλάμε πάλι, ένα μεγάλο κομμάτι μου ήθελε απλά να εξαφανιστείς από τη ζωή μου. Σαν να μην υπήρξες ποτέ. Αν δε θέλω μία να χαθούμε, δε θέλω δέκα να χρειαστεί να έχω το όνομά σου γραμμένο στις σκέψεις μου κάθε μέρα. Μου έφτασε όσο κράτησε, και με το παραπάνω. Δε θέλω άλλους μπελάδες, θέλω επιτέλους να νιώθω ότι δε μου ασκείς επιρροή, πως ό,τι και να κάνεις, θα με αφήσει ασυγκίνητη. Έχει συμβεί αυτό. Έχει συμβεί να έχω κολλήσει τόσο άσχημα με κάποιον για ένα και δύο χρόνια, και μετά ότι και να κάνει να με αφήνει αδιάφορη. Και πάλι με ευχαριστεί η παρέα του, και πάλι τον βρίσκω όμορφο και γενικότερα μπορώ να θυμηθώ τους λόγους για τους οποίους μου άρεσε τόσο πολύ παλιά, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει πλέον χώρο στη ζωή μου. Δε με νοιάζει αν απαντήσει στα μηνύματά μου, δε με νοιάζει αν με σκέφτεται, δε με νοιάζει που μπορεί να περάσει και μήνας για να μιλήσουμε. Δεν το παίρνω καν είδηση. Με αυτόν περνάει ένας μήνας και νομίζω ότι πέρασε μια εβδομάδα. Με εσένα περνάει μία εβδομάδα και νιώθω να πέρασε ένας μήνας. Και δεν υπερβάλλω καθόλου.


Χτυπάει το κινητό μου και από μέσα μου ήδη αγανακτώ γιατί ξέρω ποιος είναι ή νομίζω ότι ξέρω. Ένα άγνωστο νούμερο φιγουράρει στην οθόνη του κινητού μου. Όμως όχι, τα τρία τελευταία ψηφία τα γνωρίζω. Ή έστω μου θυμίζουν κάτι...


-Ναι; απαντάω.
-Έλα, ακούγεται μια ωραία αντρική φωνή.
-Ποιος είναι; ρωτάω ενώ η καρδιά μου δυναμώνει παλμούς.
-Ο Χ., λες και ακούγεσαι χαμογελαστός
-Ποιος Χ.; αναρωτιέμαι, "έχω ένα θέμα με αυτό το όνομα" προσθέτω αν και ήδη ξέρω ότι είσαι εσύ.
-Ξέρεις πολλούς; με ρωτάς
-Ω ναι, δε φαντάζεσαι, σου λέω
-Μιλούσαμε πριν λίγο στο ΜΣΝ, αν βοηθάει αυτό.
-Χμμ.. έτσι νομίζω, λέω και γελάω
-Τι κάνεις; με ρωτάς
-Ε, καλά μωρέ.. Δεν πέρασε και πολύ ώρα, δεν πρόλαβε να γίνει κάτι, σου απαντάω και νιώθω τα μάγουλά μου ζεστά
-Και δω τα ίδια, λες
-Καλά εσύ δε θα έβγαινες; σε ρωτάω
-Ναι, από το ΜΣΝ. Σου έχω πει ότι δε μπορώ να κάθομαι πολύ ώρα
-Ναι όντως, λέω, και νιώθω τους παλμούς μου να χαμηλώνουν ταχύτητα.


Ακολουθεί μια μικρή σιωπή η διάρκεια της οποίας επιτρέπει στις σκέψεις μου να τρέξουν ένα σπριντάκι και να πλημμυρίσουν το μυαλό μου με ενοχλητικές αμφιβολίες.


-Πότε θα δούμε το φάντασμα; με ρωτάς κοροιδευτικά.
-Όποτε θες, σου λέω και νιώθω μια ειρωνεία στο ύφος μου.
-Τι κάνεις σήμερα; με ρωτάς.


Νιώθω ξανά τους παλμούς μου να ανεβαίνουν και τα μάγουλά μου να ζεσταίνονται. Θα μου ζητήσεις τώρα να βγούμε; Πλάκα κάνεις έτσι; 


-Δεν έχω κανονίσει κάτι, θες να δούμε ταινία; λέω και γελάω σχεδόν κοροιδευτικά.
-Χαχα, όχι ταινία, έλεγα μήπως ήθελες να πάμε καμιά βόλτα.
-Βόλτα που; ρωτάω και ταυτόχρονα σκέφτομαι ήδη τι θα βάλω.
-Εμ.... Θα περάσω να σε πάρω και βλέπουμε, εντάξει; 
-Άντε καλά, σε πόση ώρα;
-Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.
-Εντάξει, τα λέμε
-Φιλιά...


Σε μισή ώρα κανονικά δε θα προλάβαινα να κάνω ούτε τη φράτζα μου, που λέει ο λόγος, αλλά δεν ήθελα να δείξω ότι θα μπορούσα να ξοδέψω όλη μου την ημέρα για να ετοιμαστώ για μια έξοδο μαζί σου. Σηκώνομαι απότομα από την καρέκλα και προσπαθώ να συγκεντρωθώ. Προσπαθώ σκληρά να σκεφτώ αυτό που πρέπει να με απασχολήσει τώρα, δηλαδή το τι θα βάλω, αλλά συνεχώς βλέπω τα μάτια σου στο μυαλό μου. "Συγκεντρώσου Ίρις!" φωνάζω στον εαυτό μου. 


Ξαφνικά τα βλέπω όλα μπροστά μου. Τι θα βάλω, πως θα κάνω τα μαλλιά μου, πως θα βαφτώ. Ανοίγω τη ντουλάπα μου και με ανακούφιση ανακαλύπτω ότι το αγαπημένο μου καλοκαιρινό συνολάκι κρέμεται στην ξύλινη του κρεμάστρα. Μια εμπριμέ ολόσωμη φόρμα στραπλες, η οποία έχει λάστιχο στη μέση. Τη φοράω σε ένα λεπτό και στη συνέχεια ψάχνω τα καφέ μου ψηλοτάκουνα πέδιλα. Τα βρίσκω αμέσως και πάω στο μπάνιο. Βρέχω λίγο τα μαλλιά μου, τα στεγνώνω με το πιστολάκι για να φουντώσουν και απλά τα χωρίζω στο πλάι και τα αφήνω χαλαρά. Το πρόσωπό μου ευτυχώς δε χρεάζεται μεικ-απ, οπότε αρκούμαι σε eyeliner και μάσκαρα. Μετά από τρία λεπτά που με παρατηρώ στον καθρέπτη αποφασίζω ότι το ντύσιμο είναι πολύ καθημερινό και όχι τόσο βραδυνό, οπότε πανικοβάλλομαι και κοιτάω στην ντουλάπα μου για μια καλύτερη εναλλακτική. Μετά από δύο λεπτά αναζήτησης, ανασύρω τη σωσίβιο λέμβο μου, το κλασικό μαύρο φορεματάκι που πρέπει να έχουν όλες οι κοπέλες στην ντουλάπα τους, το φοράω και στη συνέχεια αλλάζω τα καφέ πέδιλα με τα χρυσά. Παίρνω το μαύρο τσαντάκι που μου είχε χαρίσει η κολλητή μου πριν κάποιους μήνες, αφήνω τα μαλλιά και το μακιγιάζ ως έχουν και κάθομαι στον καναπέ περιμένοντας το τηλεφώνημα. Με έκπληξη διαπιστώνω ότι τα εικοσιπέντε από τα τριάντα λεπτά έχουν ήδη περάσει οπότε ανακουφίζομαι στη σκέψη ότι δε θα χρειαστεί να αγχώνομαι για πολλή ώρα ακόμα. 


Έχουν περάσει εφτά λεπτά αλλά είσαι ακόμα άφαντος. Νιώθω ένα τσίμπημα στη σκέψη ότι μπορεί να το έχεις ξεχάσει και όλος αυτός ο ενθουσιασμός θα καταλήξει σε μια απαίσια βραδιά με παγωτό και τηλεόραση. Εκεί όμως που είμαι έτοιμη να σου στείλω μήνυμα, χτυπάει το τηλέφωνο....

Δεν υπάρχουν σχόλια: